ΜΗΝΥΜΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ / ΕΞΩΚΛΗΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
 
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΜΝΗΜΕΙΟ ΗΡΩΩΝ
ΑΝΑΠΤΥΞΗ
ΕΡΓΑ
ΗΘΗ & ΕΘΙΜΑ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΕΠΙΘΕΤΑ / ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ
ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΙΕΘΝΩΣ
ΠΩΣ ΝΑ ΕΡΘΕΤΕ
ΛΕΥΚΩΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ
ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΛΜΠΟΥΜ
ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
(3D TOUR)
Εκκλησία / Εξωκλήσια
 

Η Εκκλησία της Στενής είναι αφιερωμένη στον Άγιο Τρύφωνα , που κατά την παράδοση είναι προστάτης των ζώων και των σπαρτών και ο οποίος καταγόταν από την Λάμψακο της Μικρά Ασίας. Ο ναός έχει κτιστεί το 1913 στο μέρος ακριβώς, όπου ήταν η πρώτη εκκλησία του χωριού, ένα μικρό κτίσμα το οποίο καταστράφηκε από πυρκαγιά, λόγω κάποιου ξεχασμένου αναμμένου κεριού ή καντηλιού.

Κατά την διάρκεια των εργασιών για την ανέγερση του υφιστάμενου Ναού, όλοι οι κάτοικοι πρόσφεραν εθελοντική εργασία, άλλοι κουβαλώντας με τα ζώα τους πέτρες από την περιοχή του Μοναστηριού της Χρυσολακούρνας και άλλοι βοηθώντας ο καθένας σε ότι μπορούσε τους τεχνίτες που έκτιζαν την εκκλησία.

Το καμπαναριό το οποίο είναι από τα ωραιότερα της περιοχής είναι εξ ολοκλήρου κτισμένο από πελεκητή σκληρή πέτρα της περιοχής, κτίστηκε το 1940, από τον φημισμένο τεχνίτη της εποχής εκείνης, Κωνσταντίνο Ζόππο και τον γιο του Δήμο, από την Γεροσκήπου.

Μέχρι την ανέγερση του καμπαναριού, «καμπαναριό» ήταν ένας τρέμιθας έξω από την είσοδο του ναού όπου ήταν δεμένο πάνω σ' αυτό ένα σήμαντρο. Κοντά στο δέντρο αυτό υπήρχε μια μεγάλη πέτρα πάνω στην οποία ανέβαινε ο Δεσπότης (Μητροπολίτης) για να καβαλλικεύση στη «Μούλα» (θηλυκό Μουλάρι) του, όταν αναχωρούσε μετά που τελούσε την Θεία λειτουργία στην εκκλησία.

Τα χρήματα για την ανέγερση του καμπαναριού είχαν μαζευτεί από εισφορές Στενιωτών μεταναστών στην Νότιο Αφρική, που είχαν σταλεί στο χωριό για τον σκοπό αυτό.

Ο ναός έχει ανακαινισθεί το 1961 και το 1988 και κάθε χρόνο την 1 ην Φεβρουαρίου, ημέρα της γιορτής του Αγίου Τρύφωνος ντόπιοι και κάτοικοι άλλων χωριών, τιμούν με την παρουσία τους την μνήμη του Αγίου Τρύφωνα.

Ιερέας σήμερα του ναού είναι ο Οικονόμος Ιωσήφ Χριστοδούλου Βοδομμάτης.

ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΟΛΑΚΟΥΡΝΑΣ

Το Μοναστήρι της Παναγίας Χρυσολάκουρνας, βρίσκεται 3 περίπου χιλιόμετρα στα Βόρεια του χωριού Στενή σε μια μαγευτική τοποθεσία, με θέα τον κόλπο της Πόλεως Χρυσοχούς και του Ακρωτηρίου Ακάμα.

Δεν γνωρίζουμε πότε ιδρύθηκε το Μοναστήρι, ούτε πότε διαλύθηκε. Από ορισμένες πληροφορίες που έχουμε από τον ιστορικό Αρχιμανδρίτη Κυπριανό, συμπεραίνουμε ότι θα πρέπει να εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 19 ου αιώνα. Σήμερα, τα μοναστηριακά κτίρια, που σώζονταν ερειπωμένα, μέχρι πριν από πενήντα χρόνια, έχουν τελείως εξαφανιστεί. Μόνο η Εκκλησία εσώζετο και αυτή μισοερειπωμένη, μέχρι το 1974.

Το 1974-1975 η Εκκλησία αναστηλώθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων σαν μια τρίκλιτη βασιλική. Τα σωζόμενα μέχρι το 1974 Τμήματα της Εκκλησίας προέρχονται από διάφορες περιόδους και είναι το αποτέλεσμα πολλών επεμβάσεων, κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ζωής του Μοναστηριού. Μια τοιχογραφία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που διασώζεται στο δυτικό τοίχο του Ναού και που μπορεί να χρονολογηθεί στον 12 ο αιώνα, ανάγει την ίδρυση του Μοναστηριού στη Μέση Βυζαντινή περίοδο.

Από τα σωζόμενα στοιχεία φαίνεται ότι η αρχική Εκκλησία ανακαινίστηκε ριζικά τον 14 ο αιώνα από κάποια καταστροφή. Τον 16 ο αιώνα η Εκκλησία είτε καταστράφηκε είτε υπέστη εκτεταμένες ζημιές και τότε ξανακτίστηκε και πήρε τη σημερινή της μορφή.

Εκτός από την τοιχογραφία του Προδρόμου στο δυτικό τοίχο που χρονολογείται στον 12 ο αιώνα, ανακαλύφθηκαν και γραπτοί σταυροί του 12 ου αιώνα στο δυτικό τοίχο μετά την αφαίρεση της αντηρίδας.

Στο τετρατοσφαίριο της αψίδας, σώζονται κομμάτια από τον Πλατύτερα μεταξύ των Αρχαγγέλων. Χαμηλότερα σώζονται μεγάλα τμήματα από την κοινωνία των Αποστόλων (μετάληψη – Μετάδοση) και χαμηλότερα τμήματα ιερουργούντων αρχιερέων, από τους οποίους καλύτερα σώζεται ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος. Στο δυτικό τυφλό τόξο του βορείου τοίχου σώζεται μεγάλο μέρος τοιχογραφίας του Αγ. Γεωργίου. Οι περισσότερες από τις σωζόμενες τοιχογραφίες χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 16 ου αιώνα.